ioannis psarras

Loading...

Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2007

' ΤΟ ΦΩΣ ΟΛΟΕΝΑ ΜΕΓΑΛΩΝΕΙ '



Η αχτίνα συμμαχεί με τη θλίψη
Των συγγενών της πομπής.

Κοιτάς τα πρόσωπα.
Σώσον λες
Με κύματα
Σώσον την τωρινή τους σκέψη
Να μην πορευθούν και πάλι στα κοινά.

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2007

Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΕΥΘΥΔΙΚΟΥ


Η «Κόρη του Ευθυδίκου», γύρω στα 490 π.Χ.
Αντίθετα από τις προηγούμενες Κόρες με το αρχαϊκό μειδίαμα η Κόρη αυτή είναι δύσθυμη. Το πλάσιμο του προσώπου είναι πιο αυστηρό και η σάρκα πιο μεστή. Όλα μαρτυρούν μια νέα στάση απέναντι στη ζωή και στην τέχνη, που ετοιμάζει τις δημιουργίες του αυστηρού ρυθμού.

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2007

ΑΝΘΕΣΤΗΡΙΑ



Ποτέ δεν είσαι ίδιος.
Αλλάζεις σε κάθε εποχή.
Άγριος είναι ο καθείς μαζί σου.
Δεν καταφάσκει στο απέριττο.
Τρίβεται η μορφή ωραία.
Ωραία μορφή.
Χορός σωμάτων που αγγιχτήκανε.
Γυμνά.

Παιδικό αμαξάκι παιχνίδι στην άκρη. -Φεύγω.
Μη μου δίνεις αυτό το αγριοπερίστερο, ούτε φρούτα του μαγιού.
Όχι τέτοια δώρα , τέτοια ώρα.

Πετάει η ψυχή, η ψυχή μου.

Στεφάνι θάθελα στη γιορτή των Χοών.
Τριώ χρονώ μόνον και μόλις.
Πως πέθανα χωρίς γλώσσα;
Δίχως;
Εγώ , που όλον τον βίον ήθελα να διαπλεύσω, εγώ, πως;
Πως;
Αβάσταχτον. Το. Ανείποτον. Τραύμα. Είναι.

Στα Ανθεστήρια τ’ ουρανού, με τα τρίχρονα όλα , τ’ αδελφάκια μου, το ένα απ’ τον Ακράγαντα , το άλλο από την Φώκαια, το πιο μικρό απ΄ την Κυρήνη, συλλαβίζαμε λέξεις όπως: έλαφος, άρκτος, όρασις.
Με σκοπό, με έναν και μοναδικό σκοπό.
Την επαναφορά μας.
Την ολική μας επαναφορά.
Εν χορώ, καθ΄ομάδας, στεφανομένα με τον πλακούντα των λέξεων, αυτών που δεν προλάβαμε, να κατοικήσουμε αυτή τη γλώσσα.
Να μας θυμηθεί .
Εγείρομαι .
Ήλθα.

Είπε δε μειδήσας¨
‘ Έξεις πάλι το γλυκύ τραύμα’.

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2007

ΡΟΔΟΝ ΤΟ ΑΜΑΡΑΝΤΟΝ



Από εδώ πέρασε ο Φροίξος,
από δω οι Αργοναύτες
και οι άλλοι για την Τροία.
Προς τα δω ήρταμε κι εμείς,
με καίκια κι εικονίσματα
γιατί πατρίδα δεν είχαμε πια.
Και πιάσαμε το βούτημα
και τα σφουγγάρια.
Σα νάπρεπε, εμείς,
να πληρώσουμε το παλιό χρέος
του οπλίτη στον Γολγοθά.
Από δω σαλπέρνουμε
σιγά-σιγά
και ένας-ένας
για τα τσαμάκια.
Και κάθε φορά
ρωτάω τη μάνα μου
ποιός έφυε
και μια μου λέει
ο Μηνάς,
την άλλη ο Πλεμάτιας,
ο Παπαδών'ς, ο Τάληρας,
ο Νικομπέμπης,
η θειά η Ζωίτσα...

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2007

ΚΟΥΤΑΛΙΣ,Παλια και Νεα, 0-1922-2007-...


Κοιτάζω μια φωτογραφία που έχει παρθεί από δορυφόρο.Δείχνει τα στενά του Ελλησπόντου.Από ψηλά φαίνεται η χερσόνησος της Κυζίκου , τα νησιά Αλώνη , Αφσιά,Μαρμαρά, η Κούταλις, η χερσόνησος της Καλλίπολης, η περιοχή της Τροίας, η Ίμβρος, η Τένεδος, η Σαμοθράκη, η Λήμνος.
Σκέφτομαι , νοιώθω το ταξίδι, πάντα ναυτικοί , ταξιδευτές οι Κουταλιανοί, πήρανε ότι μπορούσανε το ’22 και ήρθανε στη Λήμνο.Πιο κοντά δε γινότανε.Τους προτείνανε τότε και άλλες περιοχές όπως στο Καβούρι και στη Χαλκιδική και οι δημογέροντες τις αρνήθηκαν. Με τα καίκια τους ήρθανε.Οι αυλές και οι πεζούλες πρέπει να σκουπιστήκανε τη τελευταία στιγμή, να τραβηχτήκανε τα κουρτινάκια να μη μπει την επαύριο ο μεσημεριανός ήλιος, θα μπήκανε με τους μπόγους στα καίκια ,θα περάσανε κοντά απ’ τον κάβο , θα ρίξανε το τελευταίο βλέμμα και θα μπήκανε στον Ελλήσποντο.
Θε να ‘ρθω πάλι να σε γδιώ
Και να σε πορπατίσω
Στον Άη Λια να πιω νερό
Τη στάμνα να γιομίσω
Φαντάζομαι αυτή την πομπή με τα καίκια –κι είχαν πολλά οι Κουταλιανοί- με τα πανιά ανοιγμένα και με τον ήχο των μηχανών –ίδιος με τον ήχο της καρδιάς τους- τον μόνο που τους απόμεινε , βουβά να περνάνε τα στενά,αυτή τη φορά όχι για να πάνε εμπορεύματα , αλλά για να πάνε. Που;

Έτσι έρχονται τα λόγια
Λόγια δειληνού
Νηπενθή
Όταν τελειώσουν
Οι θεωρίες
Οι άγριες σκέψεις
Θα κοιταχτούμε

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2007

ΒΟΥΤΗΧΤΑΔΕΣ



Μπορεί και να σου πάρει δέκα –είκοσι χρόνια, μια ζωή.
Όλες τις ζωές.
Δε θες,να μη θες να γράψεις γι αυτό που βλέπεις.
Δε θες να γράψεις.
Γι αυτό που ήσουνα , που όλη η γενιά , η αντρική ,αιώνες τώρα ήτανε.
Βουτηχτάδες.
Δηλαδή θλιμμένοι.
Δε σου άρεσε ποτέ η λέξη δύτης.
Πολύ εκλεπτυσμένη για τον πόνο.
Απέναντι η Σύρος.
Φυσάει μέρες τώρα, δε μπορείς να σταθείς.
Φτιάχνουνε το λιμάνι της Τήνου.
Κάνουν μια προέκταση στη βόρειο- δυτική του μεριά.
Ξέρεις ότι είναι λάθος επιλογή.
Ο γερανός δουλεύει, η μπίγα κουβαλάει τις πέτρες, θα μπορούσε νάσουνε εκεί δίπλα στο κλαπέ ,μες το νερό, να κοιτάς που θα πάει η λάσπη, να δίνεις οδηγίες,να φοβάσαι και να μη το δείχνεις,τώρα θα σπάσει το συρματόσκοινο, θα ρίξει καμμιά μεγάλη και που να την κουβαλάς, πως να την αλφαδειάσεις στα δέκα μέτρα βάθος κι αυτή η κουτάλα από πάνω σου περνάει δίπλα ,ξυστά με το νερό να τρέχει μαύρο απ’ τις δαγκάνες της κι αν ανοίξει ακριβώς εκεί , εκεί που είσαι εσύ , που δίνεις οδηγίες,αν κατά λάθος ή επίτηδες, μαλώσατε πριν μια βδομάδα με τον οδηγό του γερανού, αν αφήσει το μοχλό με τη μαύρη μπίλια , αν ξαφνικά το θυμηθεί κι αγριέψει και λασκάρει η παλάμη του, ξέρεις πως είναι αυτά, δε γίνονται στην ώρα τους , γι αυτό τάχεις καλά με όλους, γι αυτό δε μιλάς, κι αν κοπεί ο αέρας, κι αν , κι αν θυμηθείς όλους τους δικούς , όλους τους άντρες της γενιάς σου που πνιγήκανε, που τους ‘χτύπσε η μηχανή’ ή και που όχι, σαλοί να πορπατάνε στο χωριό και να κοιτούν τη θάλασσα ;
Πέρνω τη μηχανή.
Τραβάω το πλάνο με τη μπίγα , τα σπίτια, τα σπασμένα βράχια , τα κύματα.
Λέω , σκέφτομαι, αν ποτέ εκδοθεί αυτό ο διήγημα να βάλω δίπλα αυτή τη φωτογραφία.
Γιατί ,σκέφτομαι , λέω ,τι άλλο μπορεί να είναι ένα διήγημα παρά η πιστοποίηση, η διατήρηση της αλήθειας μέσα στη λεπτομέρεια.
Ή, και το άλλο.
Δε ξέρω, δε ξέρω πια, ποιο είναι πιο επικίνδυνο.
Το βούτημα ή το γράψιμο;

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2007

ΟΚΤΩ


Κάποτε ,πάνε πολλά χρόνια τώρα, ήταν μόνο η σιωπή,. Αυτό γινόταν με ένα φυσικό τρόπο, με μια τελείως ανεπιτήδευτη κατάσταση. Εκεί που καθόταν, εκεί ίσως που συζητούσε, εκεί , σταματούσε και κοίταγε τον συνομιλητή του κατ΄ευθείαν στα μάτια , χωρίς να λέει τίποτα. Ο απέναντι ένοιωθε μια αμηχανία, προσβολή ή και τον πιάνανε τα γέλια. Αυτό το σκηνικό μπορούσε να κρατήσει για ώρα. Το κεφάλι του παρέμενε ακίνητο και το βλέμμα του κοιτούσε εμπρός , ανέκφραστο όλο το πρόσωπο κάτι σα μάσκα που δεν καταλάβαινες ούτε πως ένοιωθε, ούτε τι του συνέβαινε. Ξαφνικά επανερχόταν και άρχιζε ξανά την πρότασή του από εκεί που την είχε αφήσει .Όλοι πια το ξέρανε και όλοι το είχανε αποδεχθεί. Μάλιστα πέρα από τις πρώτες μέρες που του κάνανε και πλάκα, αλλά που αυτός δεν καταλάβαινε και δεν θυμότανε τίποτα, μετά τον αφήνανε έτσι , συνεχίζανε τη κουβέντα και όταν επανερχότανε τον βάζανε κι αυτόν ξανά στη συζήτηση.
Όλη αυτή η ιστορία που φαινότανε ότι είναι κάτι το παθολογικό, στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά η φυσιολογική κατάσταση του Τάκη.
Αυτό το ‘κενό’ , αυτή η αφασική κατάσταση , που για όλους τους άλλους και κυρίως για τους φίλους του ήταν περίεργη, για τον ίδιον ήταν η πιο ενδιαφέρουσα στιγμή της μέρας του ή της εβδομάδας ή του μήνα. Γιατί δεν τον έπιανε ούτε με μια περιοδικότητα, ούτε μπορούσε να προγραμματισθεί το πότε θα του συμβεί.
Αυτό λοιπόν το γεγονός μπορούσε να κρατήσει από πέντε περίπου λεπτά έως μισή ώρα και η επαναφορά, από την ακινησία στην κίνηση, γινόταν με μια μικρή περιστροφή του κεφαλιού και από τη συνέχεια της πρότασης πριν να συμβεί το γεγονός. Αν για παράδειγμα κάποιος από την παρέα έλεγε τη λέξη ‘εντάξει’ και η στιγμή στον Τάκη συνέβαινε στο ‘εντ-‘, ξεκινούσε μετά ίδιος από το ‘-άξει’, με τα αναπόφευκτο γέλιο από τους άλλους. Το πιο σημαντικό όμως δεν ήταν όλη αυτή η κατάσταση, το πιο σημαντικό ήταν , πως μετά από αυτά τα περιστατικά ο Τάκης γινόταν χαρούμενος ,έλεγε αστεία και τον έπιανε μόλις γύριζε σπίτι του μια έντονη τάση για δημιουργία. Πήγαινε σπίτι και σαν υπνωτισμένος έγραφε , έγραφε με τις ώρες, χωρίς ούτε καν να σηκωθεί να πιεί ή να φάει κάτι .
Αυτά που έγραφε θα μπορούσαν να θεωρηθούν ασυνάρτητα, ότι δεν είχαν καμμιά σχέση με την πραγματικότητα. Δεν είχαν να κάνουν μόνον με μια ποιητική κατάσταση ή μια γενικότερη συγγραφική δεινότητα , αλλά υπήρχαν και μαθηματικοί τύποι , με τις σχετικές επεξηγήσεις και αναφορές σε υποσωματίδια αλλά και στην ύπαρξη νέων πλανητών , για τους οποίους μάλιστα έδινε και στοιχεία, σε ποια περιοχή του σύμπαντος βρισκότανε, για το μέγεθος τους , τη μάζα τους. Είχε προτείνει μάλιστα και τις συντεταγμένες ενός αρχαίου ναού, βυθισμένου στα τριάντα μέτρα , ανοιχτά από την Ικαρία.
Όταν πέθανε, γιατί πέθανε ξαφνικά, εγώ , ο πιο κοντινός του φίλος , πήρα μια επιστολή που είχε γραφεί από τον ίδιον και που με
εξουσιοδοτούσε να ανοίξω τον υπολογιστή του και να διαχειριστώ τα αρχεία του.
Αυτό και έκανα.
Σα σε συνέχειες σας παραθέτω μία, μία τις ιστορίες.
Είμαι πεπεισμένος πως ότι βρήκε είναι αληθινό .