
Τρία θερινά ποιήματα
α.
Με τον καιρό
αγάπησε τόσο πολύ το σχήμα της
που ένοιωθε ότι κατοικούσε αυτό εντός του.
( Μπορεί να συνέτεινε
ότι κάποτε το περπάτησε
γυμνόπους και αξιέραστος ).
Ερήμην,
ενώ έπινε νερό απ’ τα Θέρμα –
μεσημεράκι ήτανε-
αγαλλίασε.
Εις το εξής το γήρας
ήτο απλά
μια βιολογική παράμετρος.
Ιουνίου 24, που πηδάν τσι φωτιές
β.
Μετά τον κάματο
και το:΄΄ άντε μπρε σκασμένα΄΄
απάν’ στο τράφωμα
το κορμί γλύκαινε.
Ο Μπουρνιάς το δειλινό
το ανταλλάσσει με βελάσματα
και ο στοχασμός-
ίδιον του όντος που εμόχθησε-
ωχρίζει τους λόφους.
Ήτο άνδρας φιλοπρόβατος.
Δεκαεπτά Ιουλίου, της Αγίας Μαρίνας
γ.
Εξαίφνης
ο βίος εορτάζεται.
Ως να εξέλειπαν τα πετρώματα
με τα ημιθανή ηλεκρόνια.
Η Παρουσία –
από πάντοτε παρούσα-
εισέρχεται,
με ήχον Κανάκ',
στον κόλπο του Μούδρου.
15η , μηνός Αυγούστου. Εκάστου έτους πλέον.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου