ioannis psarras

Loading...

Κυριακή, 27 Φεβρουαρίου 2011


                    

       

ΤΟ ΙΕΡΟ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ       

 ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ



                                                                                                  Του  Ιωάννη  Ψάρρα


                                              ...που έφτασα στο σημείο να ονειρεύομαι για τον άνθρωπο
                                             μια καινούργια Σαρακοστή, όπου να νηστεύει όλους τους
                                             καρπούς της επικαιρότητας και να μη συντηρείται παρά
                                             μόνον από τη στοιχειακή έννοια των πραγμάτων και τη
                                             μεταφυσική τους προέκταση.
                                                                                           ‘Ιδιωτική οδός.’                                                                
Μπορεί να είναι βλάσφημον και ανίερον να μιλά κανείς ή και να γράφει για το Ιερό.
Το φρονιμότερον είναι η σιωπή.
Οι λέξεις είναι εφευρέσεις των ανθρώπων, νεκρές εν πολλοίς για μια τέτοια επαφή και δεν αγγίζουν καν την ουσία.
Στην καλύτερη των περιπτώσεων   την περιγράφουν.
Δεν λέω ότι δεν βοηθά η περιγραφή του , ως ενημέρωση ίσως, ως υπενθύμιση , ως κινητοποίηση ,ως σκούντημα στον ώμο ότι υπάρχει κι αυτό , κυρίως αυτό.
 Το Ιερόν βιώνεται, βιώνεται εν σιωπή.
Δεν έχει μορφή. Η μορφή είναι απόρροια του Ιερού, το περικλείει και το συσκοτίζει.
Η ΄ρύπανσή΄ του επήλθε από τις επιχωματώσεις.
Το Ιερόν είναι η πρωταρχική πηγή, η ουσία του καθενός στον Κόσμο, το κέντρο απ΄ όπου απορρέουν όλα, η σε απομωνομένη ενότητα οντότης εντός ημών.
Η έννοια ,το βίωμα της ενότητας και της σύνθεσης.
Φαίνεται όμως ότι έχουν χαθεί ή έχουν λησμονηθεί όλα αυτά από τον κόσμο.
Φαίνεται σαν ο κόσμος να θέλει να ζει άδοξα, ανίερα ,στις παρυφές των πραγμάτων,να μη νοιάζεται να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στο αφηρημένο και στο συγκεκριμένο,ανάμεσα στο κτιστό και στο άκτιστο.
Φαίνεται σαν να μην έχει την αίσθηση ότι υπάρχει αυτή η απόσταση,ή σα να μη θέλει
να καταβάλει το μόχθο και το χρόνο για να κτίσει τη γέφυρα ανάμεσά τους ή σα να μην ξέρει ότι καμμιά φορά χρειάζεται μιαν απόφαση μόνον: Να ζήσω Ιερά.
Ήγουν : να διακινδυνέψω. Τι ;
Την άπασα ιστορία μου,την ιστορία του γένους μου.
Να κατα-στραφώ και να μεταμορφωθώ.(Ως συνώνυμα μου φαίνονται αυτά.)
Να φτάσω στα άκρα την ποιότητα της φύσης μου.
Να είμαι και να πράττω οικοιοθελώς και δια βίου το Ωραίον, το Αγαθόν και το Αληθινόν.Δηλαδή την τριαδική έκφραση του Ιερού.Τις ιερές ποιότητες του Ιερού.
Να υπενθυμίσω στον εαυτό μου τα αγαθά έργα των αιώνων,να μετάσχω στο ωραίον του κόσμου και ως δίκαιος να ετυμηγορήσω υπέρ της αληθείας.

Να με χαρώ γι αυτό που είμαι:κομιστής φωτός,εκπάγλου ομορφιάς θνητός ,κάτοικος εξωτερικού  αιώνες τώρα.


‘ΚΑΤΟΙΚΗΣΑ ΜΙΑ ΧΩΡΑ που ‘βγαινε από την άλλη, την

πραγματική, όπως τ’όνειρο από τα γεγονότα της ζωής μου.

Την είπα κι αυτήν Ελλάδα και τη χάραξα πάνω στο χαρτί
να τηνε βλέπω.Τόσο λίγη έμοιαζε΄ τόσο άπιαστη.
Περνώντας ο καιρός όλο και τη δοκίμαζα: με κάτι ξαφνικούς
σεισμούς, κάτι παλιές καθαρόαιμες θύελλες. Άλλαζα θέση
τ’ Ακοίμιστα και την Ερημική ν’ αξιωθώ να φκιάνω λο-
φους καστανούς, Μοναστηράκια, κρήνες. Ως κι ένα περι-
βόλι ολόκληρο έβγαλα γιομάτο εσπεριδοειδή που μύριζαν Η-
ράκλειτο κι Αρχίλοχο. Μά ‘ταν η ευωδία τόση που φοβήθηκα.
Κι έπιασα σιγά-σιγά να δένω λόγια σαν διαμαντικά να την
καλύψω τη χώρα που αγαπούσα. Μην και κανείς ιδεί το κάλ-
λος. Ή  κι υποψιαστεί πως ίσως δεν υπάρχει’

                                                          ‘Ο ΜΙΚΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΟΣ’



Ο ΠΟΙΗΤΗΣ
 Η φύση από μόνη της δεν επαρκεί για να πιστοποιήσει την ιερότητά της.
Γι αυτήν την πιστοποίηση της ιερότητας της φύσης και του κρυμμένου μυστηρίου της ζωής υπάρχει ο άνθρωπος.
Και από τους ανθρώπους  όχι ο οποιοσδήποτε του είδους τους, παρά μόνον ένας:
Ο ποιητής.
Αυτός ιερουργεί ,αυτός αναδεικνύει,υπενθυμίζει και τεκμηρώνει το ιερόν της φύσεως.
Και μέσον αυτού αποδεικνύεται  η ιερότης της ανθρωπίνης φύσεως καθώς και όλων των όντων.
Ο ποιητής είναι το κατ΄εξοχήν ον ,που συνδέει το όντως ον με τα πράγματα.
Το είναι με το γίγνεσθαι.
Είναι η γέφυρα.
Οι λέξεις με τις έννοιες που αναδύουν   μέσω της ποίησης γεφυρώνουν ,το άκτιστον με το κτιστόν του κόσμου τούτου.
Ο ποιητής είναι αυτός που πράττει.
Φέρει σε ενσάρκωση τον Λόγον και τον τοποθετεί εντός της κοινότητας των ανθρώπων.
Διατηρεί τη μνήμη του Ιερού εντός της ιστορίας ,όντας ο ίδιος εκτός κατά την έμπνευσή του και εντός της κατά την καταγραφή και έκδοση της ποίησης.
Η εν σιωπή σύλληψη από τον ποιητή της ιερής- καθ΄εκάστην -στιγμής της μεγάλης έκρηξης και του αναπόφευκτου της αιωνιότητας τον καθιστά –εν πλήρει ταπεινότητι- τον μέγα οδηγό των ψυχών.
Κομιστής αυτός του ανεσπέρου φωτός, αποκαλύπτει και δωρίζει στους ανθρώπους τη χάρι και τους απεγκλωβίζει σιγά-σιγά από την ιστορική τους αυταπάτη: αυτή του φόβου του θανάτου.
Είναι ο κατ΄εξοχήν λυτρωτής και ελευθερωτής από αυτό το αρχαίο κακό.

                                   

                       ΛΑΚΩΝΙΚΟΝ

‘ Ο καημός του θανάτου τόσο με πυρπόλησε, που η λάμψη
     μου επέστρεψε στον ήλιο.

Κείνος με πέμπει τώρα μέσα στην τέλεια σύνταξη της
    πέτρας και του αιθέρος,

Λοιπόν, αυτός που γύρευα, ε ί μ α ι.

Ώ λινό καλοκαίρι, συνετό φθινόπωρο,

Χειμώνα ελάχιστε,

Η ζωή καταβάλλει τον οβολό του φύλλου της ελιάς

Και στη νύχτα μέσα των αφρόνων μ’ ένα μικρό τριζόνι
    κατακυρώνει  πάλι το νόμιμο του Ανέλπιστου’.

                                                                      ‘ ΕΞΙ ΚΑΙ ΜΙΑ ΤΥΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ’

Κάθε ποιητής έχει μια εμμονή.Καταπιάνεται με κάτι συγκεκριμένο,εστιάζεται σ΄αυτό είναι ο φακός του ,που συγκεντρώνει το άπλετο φως που τον περιβάλλει.   
Μ΄αυτή όμως και μέσον αυτής της εμμονής και εστίασης,επικεντρώνεται πρώτα ο ίδιος στην πηγή που τον γέννησε και μετά την προβάλλει προς τα έξω.Θέλει επίμονα να φανερώσει τι του αποκαλύφθηκε,ζητά συντρόφους να τα πει ,να δείξει.
Ο ποιητής δεν υπήρξε ποτέ μόνος.Ακόμα και αν αναφέρεται σ΄αυτό.
Ο ποιητής ευρίσκεται πάντοτε εν κοινωνία.Στη διαδρομή του πολλοί τον συνέδραμαν ώστε να του γνωσθεί το ά-λογο.Κοινωνώντας ο ίδιος με το αόρατο,κοινωνεί μετά τους άλλους.


Ο ποιητής διάγει βίον ιερέως και μύστου όλων των απανταχού και ανά τους αιώνας θρησκειών που εφηύρε η ανθρωπότητα.
Και λόγω αυτού τούτου του ιερατικού του παρόντος και της συλλογικής αρχετυπικής ιερουργικής μνήμης που τον διαπερνά,καταγράφει δια του λόγου και συμβολικά τα πραγματικώς πραγματικά συμβάντα των Κόσμων.

Η θέση του ποιητή είναι στο καθαρό ενορατικό πεδίο της ανθρωπότητας.
Είναι στον ενδιάμεσο χώρο. Ανάμεσα στο πνεύμα και στην ύλη.
Βιώνοντας ο ίδιος ότι είναι πνεύμα ύλη,χωρίς το διαχωρισμό τους ή την αυταπάτη της σχέσης ότι είναι  χωριστά,καταξιώνεται να παραμένει στον ενορατικό χώρο - του δίδεται η Χάρις γι αυτό- χώρο όπου συλλαμβάνει τη σιγή,τα ‘κβάντα’ του Λόγου και κάνοντάς τα ποίηση τα ενσωματώνει στον κορμό του κόσμου.

Ειλικρινά δεν έχει για τον ποιητή μεγάλη σημασία αν διαβάζεται η ποίηση.
Αυτό επιτέλους πρέπει να κατανοηθεί και να λυθεί.
Ούτε τον ίδιον πρέπει να απασχολεί αυτό ούτε κανέναν.
Αν διαβάζεται καλώς.Αν όχι, πάλι καλώς.

Ο ρόλος του ποιητή είναι μεσάζων.
Ως μεσολαβητής οφείλει να επιτελέσει το έργο του.
Τίποτε άλλο.

Εκτός του ότι οφείλει με κάθε τρόπο να εκδίδει τα ποιήματα.
Τα ποιήματα οφείλουν να κατατίθενται ως γραπτό κείμενο και βιβλίο.
Να μη μένουν στα συρτάρια.
Η εκπομπή τους ουσιαστικά αρχίζει και το ιερό επανατροφοδοτεί τη γήινη ύλη,αφ΄ης στιγμής τυπωθούν και γίνουν βιβλίο.
Κι ας βγεί ένα μόνον αντίτυπο.
Και ας μη το διαβάσει κανείς.
Ο ποιητής είναι ένα ιερό ον και ως ιερό ον δεν έχει καμμία προσκόληση στο αποτέλεσμα.

                                     ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ

 ΧΡΟΝΟΥΣ ΠΟΛΛΟΥΣ μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή 

μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν.

Λείψανα παλιών άστρων και γω-

νιές αραχνιασμένες τ’ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεν-
νήσει ο νους του ανθρώπου.Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα
πληρώνοντας η Χτίσις θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και
το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου.
Που πρώτα θα κρατήσει τις αχτίδες του,σημάδι ότι καιρός να λα-
βουνε τα όνειρα εκδίκηση.Και μετά θα μιλήσει,να πεί: εξόριστε
Ποιητή ,στον αιώνα σου ,λέγε, τι βλέπεις;
-Βλέπω τα έθνη, άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα και στο
ξινόχορτο.
-Βλέπω τα πελέκια στον αέρα σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων
και Στρατηγών.
-Βλέπω τους εμπόρους να εισπράττουν σκύβοντας το κέρδος των
δικών τους πτωμάτων.
-Βλέπω την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων.
Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα
στις εκκλησίες και την ευλόγησαν.Αλλά πριν, ιδού θα γίνουν οι ωραίοι
που ναρκισσεύτηκαν στις τριόδους Φίλπποι και Ροβέρδοι. Θα φορε-
σουν ανάποδα το δαχτυλίδι τους, και με καρφί θα χτενίσουνε το μαλλί
τους, και με νεκροκεφαλές θα στολίσουνε το στήθος τους, για να δε-
λεάσουν τα γύναια.Και τα γύναια θα καταπλαγούν και θα στέρξουν.
Για να έβγει αληθινός ο λόγος, ότι σιμά η μέρα όπου το κάλλος θα


παραδοθεί στις μύγες της Αγοράς.Και θα αγαναχτήσει το κορμί της
πόρνης μην έχοντας άλλο τι να ζηλέψει.Και θα γίνει κατήγορος η
πόρνη σοφών και μεγιστάνων, το σπέρμα που υπηρέτησε πιστά, σε
μαρτυρία φέρνοντας. Και θα τινάξει πάνουθέ της την κατάρα, κατά
την Ανατολή το χέρι τεντώνοντας και φωνάζοντας: εξόριστε Ποιητή,
στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;
-Βλέπω τα χρώματα του Υμηττού στη βάση την ιερή του Νέου
Αστικού μας Κώδικα.
-Βλέπω τη μικρή Μυρτώ, την πόρνη από τη Σίκινο, στημένη πέ-
τρινο άγαλμα στην πλατεία της Αγοράς με τις Κρήνες και τα ορθά
Λεοντάρια.
-Βλέπω τους έφηβους και βλέπω τα κορίτσια στην ετήσια Κλή-
ρωση των Ζευγαριών.
-Βλέπω ψηλά μες στους αιθέρες, το Ερέχθειο των Πουλιών.


Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ’ουρανού
σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου.Αλλά
πριν, ιδού θα περάσουν γενεές το αλέτρι τους πάνω στη στέρφα γης.
Και κρυφά θα μετρήσουν την ανθρώπινη πραμάτεια τους οι Κυβερ-
νήτες, κηρύσσοντας πολέμους.Όπου θα χορτασθούνε  ο Χωροφύλακας
και ο Στρατοδίκης. Αφήνοντας το χρυσάφι στους αφανείς, να εισπρά-
ξουν αυτοίι τον μιστό της ύβρης και του μαρτυρίου.Και μεγάλα πλοία
θ’ ανεβάσουν σημαίες, εμβατήρια θα πάρουν τους δρόμους, οι εξώ-
στες να ράνουν με άνθη το Νικητή. Που θα ζεί στην οσμή των πτω-
μάτων. Και του λάκκου σιμά του το στόμα, το σκοτάδι θ’ανοίγει στα
μέτρα του, κράζοντας: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;
-Βλέπω τους Στρατοδίκες να καίνε σαν κεριά, στο μεγάλο τραπέζι
της Αναστάσεως.
-Βλέπω τους Χωροφυλάκους να προσφέρουν το αίμα τους, θυσία
στην καθαρότητα των ουρανών.
-Βλέπω τη διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών.
-Βλέπω τις κανονιοφόρους του Έρωτα.

Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα
φρίξει.Ταραχή θα πέσει στον Άδη,και το σανίδωμα θα υποχωρή-
σει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Αλλά πριν, ιδού θα στενά-
ξουν οι νέοι και το αίμα τους αναίτια θα γεράσει. Κουρεμένοι κατά-
δικοι θα χτυπήσουν την καραβάνα τους πάνω στα κάγκελα. Και θα
αδειάσουν όλα τα εργοστάσια , και μετά πάλι με την επίταξη θα γε-
μίσουν, για να βγάλουνε όνειρα συντηρημένα σε κουτιά μυριάδες, και
χιλάδων λογιών εμφιαλωμένη φύση.Και θά’ρθουνε χρόνια χλωμά και
αδύναμα μέσα στη γάζα. Και θά ’χει καθένας τα λίγα γραμμάρια της
ευτυχίας. Και θά’ναι τα πράγματα μέσα του κιόλας ωραία ερείπια.
Τότε, μην έχοντας άλλη εξορία, που να θρηνήσει ο Ποιητής, την υγεία
της καταιγίδας από τ’ανοιχτά στήθη του αδειάζοντας,θα γυρίσει για
να σταθεί στα ωραία μέσα ερείπια.Και τον πρώτο λόγο του ο στερ-
νός των ανθρώπων θα πει, να ψηλώσουν τα χόρτα, η γυναίκα στο
πλάι του σαν αχτίδα του ήλιου να βγεί. Και πάλι θα λατρέψει τη
γυναίκα και θα την πλαγιάσει πάνου στα χόρτα καθώς του ετάχθη.
Και θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση, και θα σπείρουνε γενεές στους
αιώνες των αιώνων!


                                                              ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ’












ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΝ 

Θυμάμαι.Καλοκαίρι του 1979.Σέριφος.
Έχω στήσει τη σκηνή στην είσοδο ενός ορυχείου.
( Η Σέριφος ήταν γνωστή για την εξόρυξη μεταλλευμάτων ,αλλά και για την πρώτη εν Ελλάδι απεργία μεταλλορύχων το1916, λόγω των απάνθρωπων και εξευτελιστικών συνθηκών εργασίας).
Μπροστά από το όρυγμα υπήρχε μια μικρή παραλία.
Μαζί μου τότε είχα πάρει δύο βιβλία.
Το ‘Ελευθερία αρχή και τέλος’,του Κρισναμούρτι, τότε είχε πρωτοβγεί με το εξώφυλλο με το γλάρο –τώδωσα μετά ή χάθηκε στις μετακομίσεις των καιρών- και τους ‘Προσανατολισμούς’ του Οδυσσέα Ελύτη.
Θυμάμαι,ήταν πρωί , μόλις είχε χαράξει.Έκανα μια βουτιά και βγήκα.Ξάπλωσα στην παραλία κοιτώντας προς το πέλαγος.Είχα δίπλα μου το βιβλίο.
Όπως το διάβασα –για ώρα-μπορώ να πω ξανά και ξανά,ένοιωσα ,το ψέλλισα κιόλας,το πόσο τα ποιήματα ανταποκρίνονταν στο νοιώσιμο της στιγμής μου και του χώρου.Είχα την αίσθηση μιας ανάτασης και μιας καθαρότητας σε πλήρη αρμονία με τον εαυτό μου και το περιβάλλον.
Δεν θα μπορούσα εγώ τουλάχιστον να κάνω μπάνιο μόνον ή να βλέπω τη θάλασσα.
Ήθελα και θέλω την ποίηση.Να μου μετουσιώσει την ύλη ,να μου γεφυρώσει την απόσταση ανάμεσα στην ψυχή μου και  τον κόσμο.
Για μένα ο κωδικός επαφής μου –της ουσιαστικής επαφής μου –με τον Κόσμον ,είναι η ποίησις.
Και είμαι ευτυχής γιατί το βίωσα-ερημίτης ων και νεανίας-χωρίς τη διανοητική επικάλυψη των μετέπειτα χρόνων μου.Έν πλήρει αγνότητι, απονήρευτος.
Τη Σέριφο δεν τη ξέχασα ποτέ ,όπως και το βιβλίο.
Εκείνο το καλοκαίρι ήταν η αρχή της ουσιαστικής ζωής μου.
Ο προσανατολισμός και η ελευθερία μου.
( Μετά από καιρό καταλαβαίνει κανείς τι έζησε).
Το βιβλίο, και αυτό δεν είναι τυχαίο, έχει από τότε ανάμεσα στις σελίδες του άμμο και φύκια.Συνειδητά τα άφησα, ως ιερά.
Τώρα , με την ευκαιρία αυτή της αναφοράς στο ιερό και στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη,η συγκίνηση επανέρχεται μαζί με έναν επαναπροσανατολισμό της ζωής μου.
Χωρίς πολλά-πολλά, θαρραλέα και συνειδητά επανέρχομαι και επανεστιάζομαι στο ιερό εντός μου.Στην αλήθεια.΄Ανθ’ ημών η αγάπη΄,όπως θα έλεγε –εκ του πλησίον- ο Οδυσσέας.

Ποιός είναι αυτός που κείτεται στις πάνω αμμουδιές

Ανάσκελα φουμέρνοντας ασημοκαπνισμένα ελιόφυλλα
Τα τζιτζίκια ζεσταίνονται στ’αυτιά του
Τα μυρμήγκια δουλεύουνε στο στήθος του
Σαύρες γλιστρούν στη χλόη της μασχάλης
Κι από τα φύκια των ποδιών του αλαφροπερνά ένα κύμα
Σταλμένο απ’ τη μικρή σειρήνα που τραγούδησε

                                                            ΗΛΙΟΣ Ο ΠΡΩΤΟΣ:

 ‘Σώμα του καλοκαιριού’











Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΤΗΣ  ΙΕΡΗΣ ΤΕΧΝΗΣ

 Ο Οδυσσέας Ελύτης,συνειδητά, μέσω της Ελληνικής γλώσσας,
της Αιγηίδος,του βιώματός του,της φαντασίας του ,της σκέψης του, συν της μεγάλης του αγάπης για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη,ευθυγράμμισε,εναρμόνισε και συνέθεσε εντός του, τον κόσμο του αφηρημένου με το συγκεκριμένο,το άλογο με το λογικό,το χώρο των ιδεών του Πλάτωνα με την Αριστοτελική ανάλυση, το σουρρεαλισμό με την ακρίβεια και τη γεωμετρία,την έκφραση της ψυχής μέσα στην καθημερινότητα, κι όλα αυτά με μια διαρκή και παρατεταμένη προσπάθεια να υπενθυμίσει και να επαναφέρει το ιερό στους Έλληνες κατ’ αρχάς και στην οικουμένη αργότερα, να το γειώσει και να εγκαταστήσει μια πηγή φωτός διαχρονική και αιώνια, που θα επανατροφοδοτείται εσαεί, λόγω της αγκυροβόλησης της ποίησής του, από τα αρχετυπικά ενεργειακά πεδία του σύμπαντος και που θα επαυξάνει την έντασή της και την  ισχύ της, κάθε φορά που θα μνημονεύεται,θα μελετάται ή απλώς θα αναγιγνώσκεται.

Επανέφερε με πλήρη συνείδηση την ιερή τέχνη και με ενάργεια ξεδίπλωσε τον έρωτα για τη ζωή αυτού και του άλλου κόσμου χωρίς τον επίπλαστο , δαιμονικό και αυθάδη διαχωρισμό τους.
Η ιερή τέχνη διέπεται από όλα τα ανωτέρω συν την βιωμένη συνέχεια της συνειδητότητας,από της απαρχές της ανθρωπότητας μέχρι σήμερα,και την προβολή και διατήρηση  αυτής της συνέχειας στο μέλλον .

Εννιαίος ως ύπαρξη ο Οδυσσέας Ελύτης καταθέτει έναν οδοδείκτη, μια πνευματική διδασκαλία ως μέγας σύγχρονος διδάσκαλος που προτείνει, κάνει νύξεις και ως σοφός περιμένει και τον τελευταίο κουρασμένο προσκυνητή να προσέλθει.

 

ΚΑΤΑ ΤΟ ΣΤΡΕΙΔΙ ΚΑΙ ΤΟ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙ ΤΟΥ


ΕΙΜΑΙ ΤΟΥ ΟΛΙΓΟΥ και του ακριβούς.Δεν υπήρξα ποτέ του τρίτου προ-
σώπου.Τρέφομαι από το δυσ   και το ευ που κατά περίσταση προσφέρω.
Αρνούμαι όμως τροφή στους χορτάτους που ζητούν ολοένα κι άλλη, κι άλλη
πείνα. Θά ‘τανε σαν να επεδίωκα να ιδιοποιηθώ τα ίδια μου τα υπάρχοντα.
Κατά τ’ άλλα, συχνάζω εκεί όπου η θολούρα , ως κι ο καπνός του τσι-
γάρου μου ακόμη, εξουδετερώνεται απ’ το θαλασσάκι που φυλάγει καλού-
κακού για χάρη μου στο βορειοδυτικό της ντουλαπάκι η Παναγία η
Παντοχαρά.

Όμως η εύνοια δεν είναι πάντοτε μια συγγενής που συμπίπτει να σε αγαπά.
Και περνά πολύς καιρός έως ότου υπερχειλίσουν τα φρεάτια του νου σου¨
και το συμπίλημα που δημιουργείται απ’ όλων των λογιών τις κακοδαιμονίες
αποξηρανθεί και το πάρει ο αέρας.Έτσι απλά¨ όπως ο ύπνος παίρνει ένα μι-
κρό αγόρι πάνω στα σανά.Και με το τρίτο του αυτί τους παλμούς μιας άλ-
λης, πιό δικής του γης, κρυφίως εγγράφει.Οπόταν , τι ωραία να τρέχει το
χέρι σου πλάι σ’ ένα τοιχάκι γεμάτο λέξεις που προεξέχουν, έτσι που ν’ αρ-
πάζεται της λαλιάς σου η αγράμπελη.Τα πάντα είναι ζήτημα μυελού οστέων
της φαντασίας. Πως; Το άτυπτον ύδωρ του Κάβο-Μαλιά νά ‘ναι συνάμα και
πέτρα πελεκητή του πατρός Πινδάρου.Κάτι τέτοιες στιγμές είναι σαν να μη
μιλάς πλέον εσύ, αλλά τα συστατικά της πατρίδας σου, της ονομαζομένης
γης. Και ο συνειρμών, συνειρμείτω.

                                                            Ο ΚΗΠΟΣ ΜΕ ΤΙΣ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ’





Η ΟΔΟΣ

Πιστεύω ότι ο Οδυσσέας Ελύτης δείχνει μίαν οδό.
Την οδό που μέσω της τέχνης επαναφέρει τον άνθρωπο στα ουσιώδη της ζωής και την ενσυνείδητη απομάκρυνσή τους από την αποιεροποίηση της .
Ο Οδυσσέας Ελύτης οφείλει να μελετηθεί και να ειδωθεί ως διδάσκαλος που διδάσκει μέσω της τέχνης της ποιήσεως.
Το ξαναλέω : πρόκειται για μια πνευματική διδασκαλία και όπως κάθε τι το αληθινό σιγά-σιγά αποκαλύπτεται και όχι σε όλους ,αλλά σ΄εκείνους που μοχθούν.
Η διδασκαλία του Οδυσσέα Ελύτη δεν γίνεται επαρκώς κατανοητή ,αν ο μαθητής δεν έχει   επενδύσει το νοητικό του πεδίο με τη γνώση της Ελληνικής γλώσσας.
Η φυλή των Ελλήνων είναι κατ’ αρχάς τυχερή που γεννήθηκε ένα τέτοιο ον στον  τόπο αυτόν, αλλά το ον αυτό είναι άκρως απαιτητικό – ορθώς- και της ζητά ,αν θέλει να ενώσει τα αντίθετα και να σταματήσει τους με διάφορους τρόπους ‘εμφυλίους’ της, καθώς και αν θέλει να αναβιβασθεί και   να επεξεργασθεί το νου και τη σκέψη της, να επαναβαπτισθεί στα αρχετυπικά ύδατα της γλώσσας.
Ας μελετηθεί η ‘Ιδιωτική Οδός’, όχι ως ατομική κατάσταση ,αλλά ως να αφορά το Ελληνικό έθνος στο σύνολό του.Η ποίησή του επαναφορτίζει τις έννοιες,αποκωδικοποιεί το μυστήριο,λειτουργεί ιαματικά και θεραπεύει τις μολυσμένες συνειδήσεις.Χρειάζεται η ποίησή του να μελετηθεί όχι μόνον υφολογικά ή φιλολογικά ,αλλά μυστικά και αποκρυφιστικά και έχω την αίσθηση όχι κατά μόνας, αλλά σε ομάδες που θα συναντιούνται επί τούτου και ας αφεθεί μετά κανείς σε ένα ενύπνιον ,σ’έναν έρωτα,σ’ ένα νωχελικό βάδισμα σε κάποιο νησί του Αιγαίου, να του αποκαλυφθεί το θείον και το ιερόν του κόσμου τούτου.
Εδώ έχουμε έναν άνθρωπο που μόχθησε πολύ,ένα πλάσμα που εξέλαβε τον κόσμο ως φως,που και το ενσωμάτωσε εντός του, που τον χάρηκε και  ως καινόν δοχείον δέχθηκε τις ενοράσεις και τα κελεύσματα και που αξιοποιώντας το τάλαντο που του εδωρήθη-ευτυχώς-   το προσέφερε και ο ίδιος δωρέα στους γηγενείς.
Ο Οδυσσέας Ελύτης ήταν γνώστης της θεικής του καταγωγής, του έργου που είχε κληθεί να υπηρετήσει και του χρόνου που είχε για να το φέρει εις πέρας.
Βίωνε την άλλη πλευρά,δεν έκανε του χάρου χειροφιλήματα, πήγε με τη χαρά,τον έρωτα, τη γεωμετρία της ψυχής.Και αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο.Η τάση προς την τελειότητα διεγείρει πάντοτε τις ατέλειες του καθενός και η μάχη είναι τιτάνεια.
Καθαγιάζοντας ο ίδιος εαυτόν ,δια της τέχνης του ωθεί εμάς πλέον προς το δικό μας καθαγιασμό.Ο ίδιος μετουσίωσε και αγιοποίησε την ύλη,-την ύλη του-μέσω της ποίησης.Μας έδειξε το καθαρό αίσθημα.
‘Δυστυχώς, η ανθρωπότητα παράγει πολύ αίσθημα και ολίγο πνεύμα. Και το πολύ τρώει το λίγο.
Δεν το λέω σχετλιαστικά¨ το λέω με λύπη. Επειδή το πολύ σπαταλιέται και συσσωρεύεται σε τόσο μεγάλες ποσότητες που καταντά ν’ αποκλείει κάθε προσέγγιση προς το Ουσιώδες. Και το δάκρυ, το πιό ιερό πράγμα, με το να θολώνει τα μάτια (και τον νου) γίνεται η αιτία που συγχέουμε στην τέχνη την ομιλία
σε πρώτο πρόσωπο με την ιδιωτική περίπτωση του δημιουργού. Έτσι, μοναδικό μας κριτήριο απέναντι σε
κάθε δημιούργημα έφτασε νά’ναι η ‘συγκίνηση’ και μόνον. Είναι όμως έτσι; Αυτό είναι σωστό;
Προσωπικά, δεν θυμάμαι ποτέ να δοκίμασα συγκίνηση απέναντι στον Παρθενώνα ή την Ιλιάδα, στις ψηφιδογραφίες της Ραβέννας ή τον Σολωμό. Δόνηση, ναι. Δέος, ναι¨ αν όχι και απορία: πως γίνεται, πως είναι δυνατόν ένας άνθρωπος τόσο από τη φύση του υπό , να φτάνει σ’ ένα τέτοιο υπέρ;
Να ευθειάσει ή να καμπυλώσει τις γραμμές στο μάρμαρο, στη γλώσσα, στους ήχους, με τόση ακρίβεια που να υπακούουν και να μας παραδίνονται τα στοιχεία του κόσμου όπως θα θέλαμε να είναι, όπως τα ζητά η ψυχή μας και όπως όλες οι πιθανότητες δείχνουν ότι θα μπορούσαν να είναι.
Αλλά το ίδιο, υπό τον όρο της υψηλής ποιότητας, παρατηρούμε σε μια πιο μικρή κλίμακα: στ’ αρχαικά ειδώλια και τον Αρχίλοχο, στις λαικές Βαιφόρους και τον Θεόφιλο, στην Παραπορτιανή και το Ρόδον το
Αμάραντον.
Πνεύμα που για να το εισδεχθείς πρέπει να κάνεις άλμα πάνω από τη συγκίνηση.
Και νά’χεις την ψυχή σου στα δάχτυλα, στα μάτια, στα ρουθούνια, στα χείλη.
Από ‘κει μιλάει ο κόσμος.Από ‘κει βρίσκεις την ιδιωτική σου οδό.
Πιο καλά θάλλουν τα λουλούδια στον Επιτάφιο.
Μυρίζει έρωτα η εκκλησία.
Η ζωή μένει και δεν τελειώνει. Εδώ.’              
                                                                                        ‘Ιδιωτική Οδός’


Απαλλοτρίωσε το φόβο του θανάτου δι εαυτόν και παρέδωσε το χώμα αμόλυντο.
Οι συνεχείς αναφορές του στην Παναγία,με διάφορους τρόπους ,είναι καλό να ειδωθούν και από τη σκοπιά της προσομοίωσης της με τη γη και την ύλη-μητέρα στο αμόλυντο και καθαρό της στοιχείο.

‘Και την ύλη , επίσης, όπως την εννοούσα. Όχι ως καταναλωτής αλλά σαν μύστης αισθήσεων’.
                                                                                                      ‘ Ιδιωτική Οδός’

Η ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη είναι μια μυητική διαδικασία και μια πρόταση μεταμόρφωσης.
Απαιτεί πεπαιδευμένο ον ,στο σώμα ,στα συναισθήματα ,στο νου.
Δεν χαρίζεται και είναι και επικίνδυνη για τους αμύητους.Είναι πυρ και κατακαίει τον απροετοίμαστο,ακόμα κι αν την διαβάσει φυσιολατρικά, ως τον ποιητή του Αιγαίου παραδείγματος χάρι.
Λέει ο ίδιος και απαντάει για τον χαρακτηρισμό του ως ‘ποιητής του Αιγαίου’.

‘Στην Ελλάδα ο χαρακτηρισμός «ποιητής του Αιγαίου» δεν είναι άστοχος, αλλά παρερμηνεύεται.
Κι αυτό γιατί έχουμε τη συνήθεια να παίρνουμε τα πράγματα «ξώπετσα».
Επειδή ο κόσμος , όταν ακούει «ποιητής του Αιγαίου», πιστεύει ότι είναι ένας φυσιολάτρης, ένας άνθρωπος που βλέπει σαν τουρίστας τη θάλασσα και τα νησιά ,που κάνει κάτι ανάλογο μ’ αυτό που θά’καναν οι καρτ-ποστάλ των νησιών. Δεν είναι καθόλου αυτό.
Είναι μια τρισχιλιόχρονη παράδοση, που περνά μέσα από το Αιγαίο-κι εγώ ειδικά ,επειδή κατάγομαι από τη Λέσβο,όπου γεννήθηκε η λυρική ποίηση της Σαπφώς κι έχω ζήσει σ’όλα τα νησιά( όπου π.χ. στην Πάρο ήταν ο Αρχίλοχος και στην Αμοργό ο Σημωνίδης)΄έχω άμεση σχέση της συνέχειας.
Και όταν μιλώ για το φως , για τη θάλασσα,για τους ανέμους ,αυτά αναλογούν σε άλλα πράγματα βαθύτερα,που βρίσκονται σ’ ένα υπερβατικό επίπεδο.Είναι δύσκολο για τον αναγνώστη,ακόμη και τον μυημένο, με πρώτη ματιά να τα δει αυτά,αλλά με τον καιρό σιγά-σιγά βλέπω ότι η νεότερη γενιά τα αισθάνεται. Δηλαδή φορτίζω-όπως είπε ένας κριτικός- με ηθικές δυνάμεις τα φυσικά στοιχεία, και αυτό δεν έχει καμιά σχέση με τη συμμρετρία την απλή.Γι’ αυτό αντιδρώ λιγάκι στον τίτλο «ποιητής του Αιγαίου». Ουσιαστικά όμως είμαι,γιατί δεν τό ΄κανα επίτηδες. Δεν ξύπνησα ένα πρωί και είπα: είμαι ο ποιητής του Αιγαίου. Έτσι είναι η εμπειρία μου. Γιατί έζησα κα μεγάλωσα στα νησιά’.

Ο Οδυσσέας Ελύτης είναι μυστικιστής και αποκρυφιστής ποιητής ταυτόχρονα που συνεχίζει την παράδοση των μυστικών ποιητών της Ανατολής και μέσω του σουρρεαλισμού και της Ελληνικής παιδείας συνδέεται με τους αποκρυφιστές ποιητές της δύσης.
Γεφυρώνει την ορθολογική δύση με την ‘άλογη’ ανατολή και αυτό το έπραξε ως Έλλην.

Όπως οφείλει να το πράξει και κάθε Έλλην,καταμεσίς του Αιγαίου ,κατακαλόκαιρο.

Και ας μη λησμονηθεί ότι ο Οδυσσέας Ελύτης , επιμελώς έφερε σε μορφή στα Νέα Ελληνικά την Αποκάλυψη του Ιωάννη.





















‘Είναι ανοιχτή για τον καθένα μας η ιδιωτική του οδός. Και όμως΄ την ακολουθούν ελάχιστοι.
Μερικοί, μόνον όταν συμβεί μία ή δύο φορές στη ζωή τους να είναι ερωτευμένοι.
Κι οι υπόλοιποι ποτέ. Είναι αυτοί που αποχωρούν μια μέρα από τη ζωή χωρίς να έχουν πάρει καν είδηση τι τους συνέβη. Και είναι κρίμας. Είναι κρίμας αυτός ο ισόβειος εγκλεισμός στην κιβωτό της Ανάγκης, με καθηλωμένες τις αισθήσεις σε υπηρετικό επίπεδο. Και νά ‘φταιγε μόνον η έλλειψη παιδείας;
Εδώ κι ένας αμπελουργός ή ένας ψαράς, εάν είναι αυθεντικοί, φτάνουν από την άποψη της συνειδητοποίησης των δρωμένων στον ίδιο βαθμό που φτάνει και ο ποιητής.
Μυριάδες ανεπαίσθητες δονήσεις από την πυρωμένη γη ή το πρωινό πέλαγος επενεργούν επάνω τους, με αποτέλεσμα ο ψυχισμός τους να δέχεται και να αποταμιεύει εγχαράξεις ανώνυμα θεικές.
Κάτι άλλο λοιπόν συμβαίνει¨ που σφραγίζει την ψυχή και σ’ εμποδίζει να πάρεις θέση απέναντι στο δίλημμα που δεν έπαψε ποτέ να θέτει με τον πιο απλό τρόπο η ζωή και στο πρακτικό και στο θεωρητικό επίπεδο. Ή παραμένεις με τις πέντε σου αισθήσεις αγύμναστες και τον ψυχικό σου κόσμο εκτεθειμένο σε συμβάντα επιφανείας που απλώς καταγράφεις, οπόταν, μείον τη διαφορά της ποιότητας, τοποθετείσαι στην ίδια παράλληλο με τα λαικά τραγούδια και τ’ αναγνώσματα των εβδομαδιαίων περιοδικών¨ ή αποδέχεσαι , κατ΄αρχήν, την ύπαρξη μυστηρίου, οπόταν θέτεις υπό αμφισβήτηση τα εξαγόμενα κάθε πρωτοβάθμιας εμπειρίας και εισχωρείς με μια βαθιά τομή στην πραγματικότητα , επιδιώκοντας
ν’ α να σ υ ν θ έ σ ε ι ς  το φαινόμενο της ζωής βάσει των στοιχείων που σου προσκομίζουν, η αποδεσμευμένη από κάθε προκατάληψη σκέψη,αφ΄ενός ¨ και αφ’ ετέρου, οι ασκημένες , όπως ένα λαγωνικό , αισθήσεις που ενίοτε αν είσαι τυχερός τις βλέπεις να επιστρέφουν από τα πεδία όπου τις είχες εξαπολύσει, κρατώντας στα δόντια τους θηράματα της ίδιας σπουδαιότητας μ’ αυτά που κατά καιρούς έχουν επιτύχει να «χτυπήσουν» οι θρησκείες’.

                                                                                                 ‘Ιδιωτική Οδός’
                







  ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Ολόκληρο το έργο του Οδυσσέα Ελύτη
Φίλιππου Σέρραρντ: Το Ιερό στη ζωή και στην τέχνη, Ακρίτας
Φίλιππου Σέρραρντ: Η μαρτυρία του ποιητή, Ίνδικτος
Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου: Οδυσσέας Ελύτης-Ένα Όραμα του Κόσμου, Παπαδήμας
Άρης Μπερλής: 5 (+ 2) Δοκίμια για τον Ελύτη, Ύψιλον
Δημήτρης Γαβαλάς: Η εσωτερική διαλεκτική στη «Μαρία Νεφέλη»,Κώδικας
Χριστιάνα Νικοκάβουρα: Ελύτης και Γιούνγκ,ένας διάλογος, Ελλ. Γράμματα
Γιούνγκ: Το πνεύμα στον άνθρωπο την τέχνη και τη λογοτεχνία, Ιάμβλιχος
Κώστας Αξελός: Ανοιχτή Συστηματική, Βιβλιοπωλείον της Εστίας
Πλωτίνου: Εννεάδες
Περιοδικό: ‘Η Λέξη’:Το Αιγαίο, τεύχος 169

Α΄ δημοσίευση στο βιβλίο:‘ Τέχνη και Μυστικισμός’, εκδ. ‘Αρχέτυπο’, Δεκ. 2002

ΒΕΓΓΑΖΗ , ξανά


1961-1963 μ.χ.
Μπορεί και να είμαστε
οι τελευταίοι έποικοι
Η Σύρτις
είναι μεγάλη και μικρή
Της Βερενίκης ο πλόκαμος
με τα παιδικά πέλματα
καταμεσήμερο στην Κυρήνη
νωχελικά γινόταν ιστορία.
Θα γυρίζαμε το βράδυ στη Βεγγάζη.
Αυτό το μέρος
δε σε πλήγωσε ποτέ.

Τετάρτη, 23 Φεβρουαρίου 2011

Filmarmoniki / Ντοκιμαντέρ Για ένα Φιλότιμο

Γιώργος Ιωάννου, Για ένα φιλότιμο



Τα κοπάνησα στην καντίνα απόψε. Και δεν πρέπει καθόλου να πίνω, γιατί πολλά λέω και κάνω συνήθως. Μέθυσα απαίσια με ανιζέτα - μοιάζει κάπως με το δικό μας το ούζο αυτό το σπίρτο. Κακά μαντάτα πάλι∙ κυρίως απ' τον εαυτό μου.

Αλλά κι αλλιώς δεν μπορούσε να γίνει. Αμέσως μόλις μπήκα, γύρω μου σχηματίστηκε μια παρέα. Με κερνούσαν συνέχεια και με κανένα τρόπο δε μ' άφηναν να τους κεράσω. Ζηλεύω πολύ αυτές τις συντροφιές. Έχω χάσει άδικα των αδίκων τα χρόνια μου με κείνους τους άνοστους λογοτέχνες. Τα παιδιά αυτά μ' αγαπούν, το παραδέχομαι. Η αγάπη τους όμως είναι ίδια με κείνη, που έχουμε για τον καλόβολο συνταξιδιώτη. Κορυφώνεται κατά το μέσο του ταξιδιού, για ν' αρχίσει να σιγοσβήνει όσο τελειώνουν τα χιλιόμετρα. Στο τέλος μπορεί να μην πούμε ούτε αντίο. Όποιος έχει μιλήσει τα περισσότερα και τα ειλικρινέστερα είναι ο χαμένος. Το 'χω υπόψη μου αυτό το παιχνίδι, κι όμως θέλω με όλη μου την καρδιά να ξαναμιλήσω.

Έχω την υποψία πως σ' όλο αυτό το διάστημα καθόταν στο απέναντι τραπέζι αυτός που πρόκειται να γίνει φίλος μου. Έπινε δήθεν αδιάφορα, μα εγώ ξέρω πως το μάτι του και το αυτί του ήταν εδώ σε μένα. Να δούμε ποιος απ' τους δυο μας θα προσπέσει. Πάντως θα βουρλιζόμαστε έτσι για πολύ καιρό. Είναι βαρύς από μυστικά κι αυτός∙ το διαισθάνομαι∙ και θα πρέπει να σκέφτεται ολοένα το ίδιο πράγμα. Θα δοκιμάσω κι αυτουνού την αντοχή με αποκαλύψεις και θα δούμε. Μ' αυτή τη μέθοδο έχω χάσει όλους τους ανθρώπους μου σιγά σιγά. Ο πιο στενός μου φίλος, πάντως, πήγε τελευταία για γάμο.

Η ανιζέτα είναι αψιά, ιδίως όταν την ανακατεύεις με μπύρα. Τίποτα δεν εξαλείφεται, κακά τα ψέματα. Μ' ένα γρόσι στο τζιουμπόξ άρχισαν τα ζεϊμπέκικα του Μητσάκη:


Όσο βαριά είν' τα σίδερα...

Κάποιος χορεύει κα μάλιστα καλά. Αγαπάει, λένε, απελπισμένα ένα ανήλικο.

Κάποιος με παρατηρεί, με σκέφτεται δυνατά, νιώθω σα βάρος. Άναψαν κιόλας οι ιστορίες για το πώς ξεγλίστρησε ο καθένας μας απ' την όλο στοργή πατρίδα.

Στο μώλο ο γερανός αρπάζει με τις δαγκάνες του βράχους και τους ξαναβυθίζει στο πέλαγος. Είναι φορτωμένοι απολιθώματα ψαριών και οστράκων. Δεν είναι ανάγκη να 'σαι σοφός για να καταλάβεις τι έχει συμβεί. Οι πέτρες είναι βέβαια κατά μας∙ απ' το πέλαγο και πέρα αρχίζει, θαρρείς, η πατρίδα. Ο γερανός με το φωτάκι του συνεχίζει να στρέφεται∙ μια προς εμάς, μια κατά τη θάλασσα, και κει χαμηλώνει. Έτσι, μου φαίνεται, θ' αρπάξει και μένα καμιά μέρα.

Μια τέτοια νύχτα γλυκιάς χαράς θα τρέξω κατά το μώλο. Μέσα στο μεθύσι μου και στην άφθαρτη ακόμα εκτίμηση των φίλων. Όταν με ξαναβρούνε θα με σηκώσουνε στους ώμους τους. Εδώ ευτυχώς δεν υπάρχουν νεκροθάφτες. Ο φιλαράκος μου ο δύτης θα μ' έχει βγάλει απ' τη θάλασσα. Όλα τα έχω προβλέψει. Με τρέφει η απελπισία∙ αυτό το χαλάρωμα είναι που φοβάμαι.

Ο Νταντίνης πλαγιάζει απόψε, κινδύνεψε πάλι τη ζωή του. Τον ζητούσα στο μώλο, μόλις βγήκα απ' τα γραφεία. Μου είπαν πως ζαλιζόταν όταν ανέβηκε απ' τη θάλασσα. Ξαναφόρεσε το φόρεμα και βυθίστηκε, όσο να συνέλθει. Με υποδέχτηκε στην κάμαρά του με γέλια και φωνές. Εγώ στη θέση του θα ήμουν ράκος, σκεπτόμενος κυρίως το μέλλον. Μ' έφαγαν πολλά πράγματα, δεν ξέρω ποιον άτιμο να πρωτοδείρω. Παρατηρημένο τέλος πάντων∙ κάθε βράδυ έχω νέες αφορμές για ποτό και απανωτά τσιγάρα.

Ένα σφουγγάρι, μου είπε, έβλεπε∙ ριζωμένο όμως πιο βαθιά απ' ό,τι συνήθως κατεβαίνει. Αν και ήξερε καλά τον κίνδυνο, δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να τ' αφήσει. Αμολήθηκε, κι αμέσως ένιωσε να μουδιάζει ολόκληρος. Το ξερίζωσε εντούτοις∙ κι ούτε ξέρει με τι χέρια το κατόρθωσε αυτό.

Μαύρο και γλιστερό σαν πάθος, κείτονταν σ' ένα πανέρι το σφουγγάρι. Θα γίνει όμορφο κι αυτό στον ήλιο και στον αέρα.

Και γιατί το 'κανες αυτό; Αφού κανένας απολύτως δε σ' έβλεπε, γιατί το ΄κανες; του φώναξα.


Μα, για ένα φιλότιμο, απάντησε ήσυχα. Και κατόπι πρόσθεσε με σημασία: Εσύ τι ξέρεις απ' αυτά∙ εσένα τα γράμματα σ' έχουνε άσκημα δαμάσει.


 

Η ομίχλη [απόσπασμα - Γιώργος Ιωάννου]

Παρασκευή, 11 Φεβρουαρίου 2011

Η Ποίησις είναι πάντοτε

Άφησε
δύο-τρία ποιήματα
-εν όλω-.

Σκέφτηκε ότι:
οι άνθρωποι αυτή την εποχή 
τρέχουνε πολύ:
με το σώμα,
με τα αισθήματα,
με το μυαλό.

Ας μη τους κουράζουμε κι εμείς
-είπε-
με τις ενοράσεις μας.

Αργότερα ίσως.
Όταν κατλαγιάσει όλ' αυτό.

Τότε ας γράψουμε 
ή 
για τότε να γράψουμε.

Κρυφά πάντα , 
ως άλλοι ΠεςΣώοι , 
να τα βρουν μες τα μπαούλα
των υπολογιστών μας, πλέον.

Όταν θα υπάρχει ο χρόνος
για αργό βάδισμα.

Η Ποίησις δεν υπήρξε ποτέ αποκούμπι 
ή 
μέθοδος  προσωρινής ανακουφίσεως.

Η Ποίησις 
είναι πάντοτε
μια επικίνδυνη διάβαση
ηλεκτρικών συμβάντων.

Τετάρτη, 9 Φεβρουαρίου 2011

Σύναξις

'Ερχεται κάποτε ο καιρός

που οι σιωπηλοί λαμβάνουν θέσεις.

Τότε εξακοντίζουν τα βέλη του Λόγου
ελκύουν τις στρατιές των ποιητών 
και όλα τα αγαθά έργα των αιώνων.

Αγρυπνία ψυχών συντελείται.