ioannis psarras

Loading...

Σάββατο, 13 Ιουλίου 2013

ΟΙ ΧΕΙΡΑΨΙΕΣ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ


ΟΙ ΧΕΙΡΑΨΙΕΣ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

Του Ιωάννη Ψάρρα

Τους αγγίζουμε τους ποιητές
Πάμε και τους βρίσκουμε
Τους κοιτάμε στα μάτια
Ακούμε τη φωνή
Άμα σας προτείνουν το χέρι
Βάλτε με πάθος την παλάμη σας
μες τη δική τους
Νοιώστε το κράτημα
Κρατήστε αυτό το κράτημα
Αυτό σας συνδέει
Με όλα τους τα σώματα
Με όλα τους τα ποιήματα
Κι αν είσθε τυχεροί
Και συνφάγετε ποτέ
ή κι ακόμη περισσότερο
Τσουγκρίσετε τα ποτήρια σας
Κρατήστε αυτόν τον ήχο
Γιατί αυτός μπορεί να είναι που
Τη στιγμή του θανάτου
Θα σημάνει την έσχατη εντολή
της λύτρωσής σας.

Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013

ΤΟ ΞΟΧΙΚΟ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ





Του Ιωάννη Ψάρρα
Ο Λόγος άμα βλέπεται
φτιάνει πλανήτες κι ήλιους
και τα μωρά σα γεννηθούν
έχουν το μάτι Ταύρου.

Τι με θωρείς κι εσύ θνητέ
τι με κοιτάς καημένε
τ’ όνειρο είν’ οι πράξεις μας
που η μέρα καταριέται.

Δεν  έχω ακόμα κουραστεί
κι ας έχω δυο πατρίδες
εδώ το έρμο ξοχικό
κι εκεί το πατρικό μου.

Τη μια πααίνω στο χωριό
την άλλ’ μένω στην πόλη
αυτά τα δυό και τ’ αγαπώ
και τα μισώ αντάμα.

Έχει το δάκρυ γέλωτες
και δάκρυα έχει ο γέλως
μα τούτα  δω είμαι εγώ
αιμοραγών κι αυτάρκης.

Αφήστε με ξέρω εγώ
πως ξέρω πως δεν ξέρω
έχω καιρό για χάσιμο
κι όμως καιρό δεν έχω
θα λυπηθώ άμα χαρώ
και θα χαρώ στις λύπες.

Ελάτε να τρυγήσετε
τις άγουρες οπώρες
γιατί σα πέσουν ώριμες
η Γης τις μασουλάει.

Αυτή από μένα θρέφεται
κι απ’ την καλή μ’ την ώρα. 

Αφήστε με.

Μη μου μιλάτε δεν ακούν
τ’ αηδόνια μες τον όρθρο.

ΤΟ ΤΡΙΑ ΤΟΥ ΕΝΟΣ





Ιωάννης  Ψάρρας










ΤΟ   ΤΡΙΑ  ΤΟΥ ΕΝΟΣ



























ΠΟΙΗΜΑΤΑ
2002


 











1.
Θλίβομαι
Θνητού θεού θαρρείς θύμα
Εγώ
Που σιώπησα σιωπές σιαγόνων σιγής
Που ασπάσθηκα ασπάλαξ άσπιλον άσπρο
Τα ιμάτιά μου να διασκορπίζω και
Να επανέρχονται ατόφια
Εγώ,τώρα
Τα σωματίδιά μου να εκποιώ τα φωσφορίζοντα και
Κανείς να μη τα έλκει
Εγώ,τώρα
Ο από αιώνες αυθάδης και επιλήσμων
Την τέφρα μου να χαρίζω στα ύδατα και
Παρευθύς να συντείκομαι σε σώμα.

Άναρχε κι ανελέητε
Δαίμονα του θεού μου
Δακρύζω και
Τα τελευταία μου ηλεκτρόνια
Ωσεί θρόμβοι αίματος
Θρηνούν την εν ζωή ταφή μου.

Άναρχε κι ανελέητε
Αγαπημένε
Τι τόθελα το ξόδεμα
Τα πλήθη
Κατετετμήθην απ’την οδύνη και
Άφλοξ ενεδύθην τις γνώμες μου
Αλαζών σκληρός και
Ρίψασπις
Τα γεγονότα τα έζησα μόνος.

Άναρχε
Ματώνω τα γόνατα
Θλίβομαι συν.

Οικειοθελώς:
Οίκος οικείος οίκαδε.

*







2.
Σπατάλησα και την τελευταία κραυγή μου
Και δεν ησακούσθην

Θραύεται η χορδή
Η απόσταση αιώνας
Δια δισεκκατομυρίων διαιρείται η μονάς
Δεν αγγίζεται η άκρη
Παρά τον τρόμο

Δεν έχει ευσπλαχνία η στιγμή
Το σημείο ακινητεί ιλιγγιωδώς
Άοσμος φόβος

Δεν έχει αγάπη το έρεβος
Εκλιπαρώ
Δεν αγάπησα
Θυμάμαι:
Αγαπήθηκα όμως
Διαλύεται η καρδιά
Τόσους γαλαξίες
Μηδενικά εβδομήκοντα οκτώ και
Μόνος
Στο χρόνο και στο χώρο
Ανάγαπος

Πενθώ

Την ερημία της άγνοιας
Τις μάχες του ψεύδους

Έρχομαι
Το φως επιταχύνεται εντός μου
Ιδού
Όλα τα τσόφλια τα κελύφη τα όστρακα
Ιδού
Τα κεκτημένα της άπνοιας
Εδώ
Οι πρόγονοι οι γονείς οι επίγονοι

Σε ξορκίζω
Αν ξανάρθεις στη Γη
Μην το ξαναπαίξεις μάγκας.
*




3.
Με φόβησα
Άχρι θανάτου

Ενεστάλαξα εντός μου
Το πυρ το εξώτερον

Η δίνη περιδινούτο
Πέριξ της επιφύσεως

Ο βόμβος ως
Τετρακισχίλιοι έλικες ελικοπτέρων

Ο σπαραγμός μέγας.

Δεν ήτο όνειρον
Ουδέ ενύπνιον
Ήτο πράξις.

Δεν ήταν λέξεις
Ούτε λόγια
Ήτο ποίησις.

Κι αν δεν κρατούσα από γερή γεννιά
Θα ήμουν τώρα επαίτης
Δισκίων ανακουφίσεως
Από την ιλιγγιώδη ταχύτητα των συνειρμών.

Το είπα και άλλοτε εις την κοινήν:
Ο θάνατος είναι εγγραφή στον εγκέφαλο.
Τίποτε άλλο.

Εμείς και οι τεθνεότες το ξέρουμε.

Σειρά σας επιστήμονες
Να τελειώνει κι αυτό.

Να πάμε για ψάρεμα
Τρία-τρία τα σαφρίδια
Ν’ανεβαίνουνε με το τσαπαρί.

Κι οι βάρκες γύρω-γύρω Αυγουστιάτικες.
*







Σπέρμα θαλασσινό
Οσμή πανσελήνου
Μάρμαρο για κίονα
Για Παρθενώνα

Βιολογία

Πεθαίνω μέσα στο σύμπαν
Αστέρες με καλούν
Απλανείς με θέλγουν

Αγάπη μου, Γη μου

Οι θεωρίες μαραίνονται
Γίνονται εξουσίες
Τροφή θυμαπατών

Όλη η χαρά μου
Ο πόνος που με ανέθρεψε

Οι στίχοι επουλώνουν
Η ποίησις θεραπεύει

Έτσι, έτσι μόνον

Αβλαβής
Με τη δύναμη της ανάληψης

Ακούω
Μουσικές απ’ το Σείριο
Σιωπές του Ωρίωνα

Τι θέλει ο γυμνός;

Όταν πεθάνει
Ένα λευκό σεντόνι και
Τους αγαπημένους να γελούν

Τους γνωρίζοντες να υπόσχονται συνάντηση.
*